σεισμογράφος
•
- σεισμολογίαεπιστημονικό όργανο που καταγράφει τη μετάθεση του εδάφους της γης και των επακόλουθών της κατά τη σεισμική δραστηριότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεισμογράφος < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) γαλλική séismographe < ιταλική sismografo (1856) < αρχαία ελληνική σεισμός + -ο- + ‑graphe < -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σεισμογράφος | σεισμογράφοι |
| Γενική | σεισμογράφου | σεισμογράφων |
| Αιτιατική | σεισμογράφο | σεισμογράφους |
| Κλητική | σεισμογράφε | σεισμογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →