σεισμογραφικός
•
- σχετικός με το σεισμογράφο ή τη σεισμογραφία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεισμογραφικός < σεισμογράφος / σεισμογραφία + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεισμογραφικός | σεισμογραφική | σεισμογραφικό |
| Γενική | σεισμογραφικού | σεισμογραφικής | σεισμογραφικού |
| Αιτιατική | σεισμογραφικό | σεισμογραφική | σεισμογραφικό |
| Κλητική | σεισμογραφικέ | σεισμογραφική | σεισμογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σεισμογραφικοί | σεισμογραφικές | σεισμογραφικά |
| Γενική | σεισμογραφικών | σεισμογραφικών | σεισμογραφικών |
| Αιτιατική | σεισμογραφικούς | σεισμογραφικές | σεισμογραφικά |
| Κλητική | σεισμογραφικοί | σεισμογραφικές | σεισμογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →