Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεισμογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το σεισμογράφο ή τη σεισμογραφία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεισμογραφικός < σεισμογράφος / σεισμογραφία + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεισμογραφικόςσεισμογραφικήσεισμογραφικό
Γενικήσεισμογραφικούσεισμογραφικήςσεισμογραφικού
Αιτιατικήσεισμογραφικόσεισμογραφικήσεισμογραφικό
Κλητικήσεισμογραφικέσεισμογραφικήσεισμογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσεισμογραφικοίσεισμογραφικέςσεισμογραφικά
Γενικήσεισμογραφικώνσεισμογραφικώνσεισμογραφικών
Αιτιατικήσεισμογραφικούςσεισμογραφικέςσεισμογραφικά
Κλητικήσεισμογραφικοίσεισμογραφικέςσεισμογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →