σελιδοποιώ
•
- προκαθορίζω τη μορφή που θα έχει μια σελίδα με κείμενο και εικόνες, όταν εμφανίζεται σε κάποια οθόνη ή όταν εκτυπώνεται Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σελιδοποιώ < σελίδα + -ο- + ποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σελιδοποιώ | σελιδοποιείς | σελιδοποιεί | σελιδοποιούμε | σελιδοποιείτε | σελιδοποιούν / σελιδοποιούνε |
| Παρατατικός | σελιδοποιούσα | σελιδοποιούσες | σελιδοποιούσε | σελιδοποιούσαμε | σελιδοποιούσατε | σελιδοποιούσαν / σελιδοποιούσανε |
| Αόριστος | σελιδοποίησα | σελιδοποίησες | σελιδοποίησε | σελιδοποιήσαμε | σελιδοποιήσατε | σελιδοποίησαν / σελιδοποιήσαν / σελιδοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα σελιδοποιήσω / θα σελιδοποιώ | θα σελιδοποιήσεις / θα σελιδοποιείς | θα σελιδοποιήσει / θα σελιδοποιεί | θα σελιδοποιήσουμε / θα σελιδοποιούμε | θα σελιδοποιήσετε / θα σελιδοποιείτε | θα σελιδοποιήσουν / θα σελιδοποιήσουνε / θα σελιδοποιούν / θα σελιδοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω σελιδοποιήσει | έχεις σελιδοποιήσει | έχει σελιδοποιήσει | έχουμε σελιδοποιήσει | έχετε σελιδοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σελιδοποιήσει | είχες σελιδοποιήσει | είχε σελιδοποιήσει | είχαμε σελιδοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσω / να σελιδοποιώ | να έχεις σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσεις / να σελιδοποιείς | να έχει σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσει / να σελιδοποιεί | να έχουμε σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσουμε / να σελιδοποιούμε | να έχετε σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσετε / να σελιδοποιείτε | να σελιδοποιήσουν / να σελιδοποιήσουνε / να σελιδοποιούν / να σελιδοποιούνε |
| Προστακτική | — | σελιδοποίει / σελιδοποίησε | — | — | σελιδοποιήστε / σελιδοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →