Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σελιδοποιώ

/se.li.ðo.piˈo/ρήμα
•
  1. προκαθορίζω τη μορφή που θα έχει μια σελίδα με κείμενο και εικόνες, όταν εμφανίζεται σε κάποια οθόνη ή όταν εκτυπώνεται Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σελιδοποιώ < σελίδα + -ο- + ποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσελιδοποιώσελιδοποιείςσελιδοποιείσελιδοποιούμεσελιδοποιείτεσελιδοποιούν / σελιδοποιούνε
Παρατατικόςσελιδοποιούσασελιδοποιούσεςσελιδοποιούσεσελιδοποιούσαμεσελιδοποιούσατεσελιδοποιούσαν / σελιδοποιούσανε
Αόριστοςσελιδοποίησασελιδοποίησεςσελιδοποίησεσελιδοποιήσαμεσελιδοποιήσατεσελιδοποίησαν / σελιδοποιήσαν / σελιδοποιήσανε
Μέλλονταςθα σελιδοποιήσω / θα σελιδοποιώθα σελιδοποιήσεις / θα σελιδοποιείςθα σελιδοποιήσει / θα σελιδοποιείθα σελιδοποιήσουμε / θα σελιδοποιούμεθα σελιδοποιήσετε / θα σελιδοποιείτεθα σελιδοποιήσουν / θα σελιδοποιήσουνε / θα σελιδοποιούν / θα σελιδοποιούνε
Παρακείμενοςέχω σελιδοποιήσειέχεις σελιδοποιήσειέχει σελιδοποιήσειέχουμε σελιδοποιήσειέχετε σελιδοποιήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σελιδοποιήσειείχες σελιδοποιήσειείχε σελιδοποιήσειείχαμε σελιδοποιήσει——
Υποτακτικήνα έχω σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσω / να σελιδοποιώνα έχεις σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσεις / να σελιδοποιείςνα έχει σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσει / να σελιδοποιείνα έχουμε σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσουμε / να σελιδοποιούμενα έχετε σελιδοποιήσει / να σελιδοποιήσετε / να σελιδοποιείτενα σελιδοποιήσουν / να σελιδοποιήσουνε / να σελιδοποιούν / να σελιδοποιούνε
Προστακτική—σελιδοποίει / σελιδοποίησε——σελιδοποιήστε / σελιδοποιείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →