σελίδα
•
- καθεμία από τις δύο όψεις ενός φύλλου χαρτιού, πάνω στο οποίο έχει γραφτεί ή τυπωθεί κάτι Βικιλεξικό
- Είπαμε ότι εξωτερικά δε μοιάζουμε. Αν καθίσω όμως να γράψω σε πόσα πράγματα μοιάζουμε, δε θα μας φτάσουν οοόλες οι σελίδες από εκατοντάφυλλο τετράδιο – που ακόμη δεν έχω , γιατί πάω στην Δ΄ δημοτικού, αλλά τα βλέπω στο βιβλιοπωλείο και πολύ μου αρέσουν. Για να μην ξοδεύω τις σελίδες του εικοσάφυλλού μου λοιπόν, ορίστε μερικά μονάχα από τα πολλά που αρέσουν και στους δυο μας. (Μαίρη Κόντζογλου, Το μέλι το θαλασσινό, εκδ. Μεταίχμιο, 2019)
- απομίμηση μιας αληθινής σελίδας στην οθόνη του υπολογιστή Βικιλεξικό
- διαδίκτυοαρχείο που αναπτύσσεται μέσω ενός διαδικτυακού προτύπου από ένα απομακρυσμένο υπολογιστή στην οθόνη ενός τοπικού υπολογιστή και περιέχει σταθερές ή κινούμενες εικόνες, κείμενο, ήχο, γραφικά κ.λπ. Βικιλεξικό
- πληροφορικήpage: τμήμα ενιαίας (συνεχόμενης) μνήμης που το μέγεθός της είναι συγκεκριμένο και εξαρτάται από τον σχεδιασμό του υπολογιστικού συστήματος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σελίδα< αρχαία ελληνική σελίς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σελίδα | σελίδες |
| Γενική | σελίδας | σελίδων |
| Αιτιατική | σελίδα | σελίδες |
| Κλητική | σελίδα | σελίδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →