σελιδώνω
•
- αριθμώ σελίδες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σελιδώνω < σελίδα + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σελιδώνω | σελιδώνεις | σελιδώνει | σελιδώνουμε | σελιδώνετε | σελιδώνουν / σελιδώνουνε |
| Παρατατικός | σελίδωνα | σελίδωνες | σελίδωνε | σελιδώναμε | σελιδώνατε | σελίδωναν / σελιδώναν / σελιδώνανε |
| Αόριστος | σελίδωσα | σελίδωσες | σελίδωσε | σελιδώσαμε | σελιδώσατε | σελίδωσαν / σελιδώσαν / σελιδώσανε |
| Μέλλοντας | θα σελιδώνω / θα σελιδώσω | θα σελιδώνεις / θα σελιδώσεις | θα σελιδώνει / θα σελιδώσει | θα σελιδώνουμε / θα σελιδώσουμε | θα σελιδώνετε / θα σελιδώσετε | θα σελιδώνουν / θα σελιδώνουνε / θα σελιδώσουν / θα σελιδώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σελιδώσει | έχεις σελιδώσει | έχει σελιδώσει | έχουμε σελιδώσει | έχετε σελιδώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σελιδώσει | είχες σελιδώσει | είχε σελιδώσει | είχαμε σελιδώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σελιδώσει / να σελιδώνω / να σελιδώσω | να έχεις σελιδώσει / να σελιδώνεις / να σελιδώσεις | να έχει σελιδώσει / να σελιδώνει / να σελιδώσει | να έχουμε σελιδώσει / να σελιδώνουμε / να σελιδώσουμε | να έχετε σελιδώσει / να σελιδώνετε / να σελιδώσετε | να σελιδώνουν / να σελιδώνουνε / να σελιδώσουν / να σελιδώσουνε |
| Προστακτική | — | σελίδωνε / σελίδωσε | — | — | σελιδώνετε / σελιδώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →