Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σελλί

/seˈli/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ιδιωματικόείδος καθίσματος στο οποίο κάθονταν οι έγκυες κατά τη διάρκεια της γέννας Βικιλεξικό
    • Ἐψὲς ’ς τὸ δρόμο συναπαντιοῦνται / Μικρὸ ἕνα φέρετρο κ’ ἕνα σελλί· / Τρέμουν ὁλόγυρα· σταυροκοπιοῦνται / Σκοντάφτει ὁ θάνατος μὲ τὴ ζωή

Ετυμολογία

σελλί < σέλλα + -ί < ελληνιστική κοινή σέλλα (κάθισμα) < λατινική sella < sedeo < πρωτοϊταλική *sedēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sed- (κάθομαι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσελλίσελλιά
Γενικήσελλιούσελλιών
Αιτιατικήσελλίσελλιά
Κλητικήσελλίσελλιά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →