σελλί
•
- ιδιωματικόείδος καθίσματος στο οποίο κάθονταν οι έγκυες κατά τη διάρκεια της γέννας Βικιλεξικό
- Ἐψὲς ’ς τὸ δρόμο συναπαντιοῦνται / Μικρὸ ἕνα φέρετρο κ’ ἕνα σελλί· / Τρέμουν ὁλόγυρα· σταυροκοπιοῦνται / Σκοντάφτει ὁ θάνατος μὲ τὴ ζωή
Ετυμολογία
σελλί < σέλλα + -ί < ελληνιστική κοινή σέλλα (κάθισμα) < λατινική sella < sedeo < πρωτοϊταλική *sedēō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sed- (κάθομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σελλί | σελλιά |
| Γενική | σελλιού | σελλιών |
| Αιτιατική | σελλί | σελλιά |
| Κλητική | σελλί | σελλιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →