σεντονιάζω
•
- καπλαντίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεντονιάζω < ελληνιστική κοινή σινδονιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σεντονιάζω | σεντονιάζεις | σεντονιάζει | σεντονιάζουμε | σεντονιάζετε | σεντονιάζουν / σεντονιάζουνε |
| Παρατατικός | σεντόνιαζα | σεντόνιαζες | σεντόνιαζε | σεντονιάζαμε | σεντονιάζατε | σεντονιάζαν / σεντονιάζανε / σεντόνιαζαν |
| Αόριστος | σεντόνιασα | σεντόνιασες | σεντόνιασε | σεντονιάσαμε | σεντονιάσατε | σεντονιάσαν / σεντονιάσανε / σεντόνιασαν |
| Μέλλοντας | θα σεντονιάζω / θα σεντονιάσω | θα σεντονιάζεις / θα σεντονιάσεις | θα σεντονιάζει / θα σεντονιάσει | θα σεντονιάζουμε / θα σεντονιάσουμε | θα σεντονιάζετε / θα σεντονιάσετε | θα σεντονιάζουν / θα σεντονιάζουνε / θα σεντονιάσουν / θα σεντονιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σεντονιάσει | έχεις σεντονιάσει | έχει σεντονιάσει | έχουμε σεντονιάσει | έχετε σεντονιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σεντονιάσει | είχες σεντονιάσει | είχε σεντονιάσει | είχαμε σεντονιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σεντονιάσει / να σεντονιάζω / να σεντονιάσω | να έχεις σεντονιάσει / να σεντονιάζεις / να σεντονιάσεις | να έχει σεντονιάσει / να σεντονιάζει / να σεντονιάσει | να έχουμε σεντονιάσει / να σεντονιάζουμε / να σεντονιάσουμε | να έχετε σεντονιάσει / να σεντονιάζετε / να σεντονιάσετε | να σεντονιάζουν / να σεντονιάζουνε / να σεντονιάσουν / να σεντονιάσουνε |
| Προστακτική | — | σεντόνιαζε / σεντόνιασε | — | — | σεντονιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σεντονιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →