σεντόνι
•
- ύφασμα με τέσσερις πλευρές και μεγάλες διαστάσεις, ποικίλων χρωμάτων και σχεδίων, που χρησιμοποιείται για το στρώσιμο του κρεβατιού ή για σκέπασμα με ή χωρίς κουβέρτα ή πάπλωμα Βικιλεξικό
- Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
- συνεκδοχικάτο κρεβάτι που έχει στρωθεί με σεντόνι Βικιλεξικό
- μεταφορικάμεγάλου μήκους χαρτί για τυπογραφική χρήση, το οποίο τυλίγεται σε κύλινδρο Βικιλεξικό
- μεταφορικάάρθρο ή, γενικότερα, δημοσίευμα με μεγάλη έκταση αλλά χωρίς ενδιαφέρον Βικιλεξικό
- μεταφορικάμακροπερίοδος γραπτός λόγος χωρίς σημεία στίξης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεντόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σεντόνι < ελληνιστική κοινή σινδόνιον < αρχαία ελληνική σινδών → δείτε εκεί για περαιτέρω ετυμολογία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σεντόνι | σεντόνια |
| Γενική | σεντονιού | σεντονιών |
| Αιτιατική | σεντόνι | σεντόνια |
| Κλητική | σεντόνι | σεντόνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →