Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σεντόνι

/senˈdo.ni/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ύφασμα με τέσσερις πλευρές και μεγάλες διαστάσεις, ποικίλων χρωμάτων και σχεδίων, που χρησιμοποιείται για το στρώσιμο του κρεβατιού ή για σκέπασμα με ή χωρίς κουβέρτα ή πάπλωμα Βικιλεξικό
    • Στην Αθήνα την εποχή εκείνη το επάγγελμά μου δεν μπορούσες να το εξασκήσεις παρά με τον πιο εξευτελιστικό τρόπο. Η πιο συνηθισμένη δουλειά ήταν να ξετρυπώνω παράνομα ζευγάρια σε ξενοδοχεία ή γκαρσονιέρες, […] Έπρεπε να έχεις σκληρή καρδιά γι' αυτή τη δουλειά. Αλλά η καρδιά μου είχε σκληρύνει πια αρκετά, και την έκανα χωρίς δεύτερη σκέψη - να τους σέρνω, χλωμούς κι αλλόφρονες, τσιτσίδι κάτω από ένα πρόχειρο σεντόνι ή κουβέρτα, τρέμοντας και κλαίγοντας ή βρίζοντάς μας ή τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αν τους αφήναμε.
  2. συνεκδοχικάτο κρεβάτι που έχει στρωθεί με σεντόνι Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάμεγάλου μήκους χαρτί για τυπογραφική χρήση, το οποίο τυλίγεται σε κύλινδρο Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάάρθρο ή, γενικότερα, δημοσίευμα με μεγάλη έκταση αλλά χωρίς ενδιαφέρον Βικιλεξικό
  5. μεταφορικάμακροπερίοδος γραπτός λόγος χωρίς σημεία στίξης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σεντόνι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σεντόνι < ελληνιστική κοινή σινδόνιον < αρχαία ελληνική σινδών → δείτε εκεί για περαιτέρω ετυμολογία.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσεντόνισεντόνια
Γενικήσεντονιούσεντονιών
Αιτιατικήσεντόνισεντόνια
Κλητικήσεντόνισεντόνια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →