Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σερέτης

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοζόρικος, δύστροπος, ευέξαπτος, μοχθηρός Βικιλεξικό
    • Αν είσαι φίνος μάγκας, πού 'ν' τα μπεγλέρια σου, / αν είσαι και σερέτης, πού 'ν' τα μαχαίρια σου; (Από το τραγούδι Ο Μανόλης ο χασικλής σε μουσική Γιάννη Δραγάτση-Ογδοντάκη και στίχους Κώστα Μαρσέλου-Νούρου)
    • Ο Αντώνης ο βαρκάρης ο σερέτης, έπαψε να ζει ρεμπέτης, / θέλει πλούτη και παλάτια και της Κάρμεν τα δυο μάτια. (Από το τραγούδι Ο Αντώνης ο βαρκάρης σε μουσική και στίχους Σπύρου Περιστέρη)

Ετυμολογία

σερέτης < τουρκική şirret < αραβική شر (sharrat)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσερέτηςσερέτηδες
Γενικήσερέτησερέτηδων
Αιτιατικήσερέτησερέτηδες
Κλητικήσερέτησερέτηδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →