σερσερής
•
- ιδιωματικόο αλήτης για τους Κωνσταντινουπολίτες Βικιλεξικό
- Είναι σερσερής, ξενυχτάει, πίνει, δεν σέβεται κανένα, μιλάει άσχημα σε όλους, βρίζει με το παραμικρό, δεν δουλεύει, είναι αμόρφωτος
Ετυμολογία
σερσερής < τουρκική serseri (αλήτης)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σερσερής | σερσερήδες |
| Γενική | σερσερή | σερσερήδων |
| Αιτιατική | σερσερή | σερσερήδες |
| Κλητική | σερσερή | σερσερήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →