σεχταρισμός
•
- πολιτικήη εμμονή στην πολιτική (συνήθως μαρξιστική) ιδεολογική καθαρότητα που οδηγεί στη δημιουργία μικρών (αριστερών) πολιτικών ομάδων χωρίς δυνατότητα άσκησης ευρείας επιρροής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σεχταρισμός < σεκταρισμός < (λόγιο δάνειο) γαλλική sectarisme < sectaire + -ισμός < secte < λατινική secta < θηλυκό του sectus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος sector < sequor < πρωτοϊταλική *sekʷōr < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *sekʷ- (ακολουθώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σεχταρισμός | σεχταρισμοί |
| Γενική | σεχταρισμού | σεχταρισμών |
| Αιτιατική | σεχταρισμό | σεχταρισμούς |
| Κλητική | σεχταρισμέ | σεχταρισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →