σημαιοστολίζω
•
- στολίζω με σημαίες ένα χώρο, ιδιαίτερα σε εθνικές επετείους Βικιλεξικό
- μεταφορικάντύνομαι υπερβολικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σημαιοστολίζω (μαρτυρείται από το 1884) < από το σημαία και το στολίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σημαιοστολίζω | σημαιοστολίζεις | σημαιοστολίζει | σημαιοστολίζουμε | σημαιοστολίζετε | σημαιοστολίζουν / σημαιοστολίζουνε |
| Παρατατικός | σημαιοστόλιζα | σημαιοστόλιζες | σημαιοστόλιζε | σημαιοστολίζαμε | σημαιοστολίζατε | σημαιοστολίζαν / σημαιοστολίζανε / σημαιοστόλιζαν |
| Αόριστος | σημαιοστόλισα | σημαιοστόλισες | σημαιοστόλισε | σημαιοστολίσαμε | σημαιοστολίσατε | σημαιοστολίσαν / σημαιοστολίσανε / σημαιοστόλισαν |
| Μέλλοντας | θα σημαιοστολίζω / θα σημαιοστολίσω | θα σημαιοστολίζεις / θα σημαιοστολίσεις | θα σημαιοστολίζει / θα σημαιοστολίσει | θα σημαιοστολίζουμε / θα σημαιοστολίσουμε | θα σημαιοστολίζετε / θα σημαιοστολίσετε | θα σημαιοστολίζουν / θα σημαιοστολίζουνε / θα σημαιοστολίσουν / θα σημαιοστολίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σημαιοστολίσει | έχεις σημαιοστολίσει | έχει σημαιοστολίσει | έχουμε σημαιοστολίσει | έχετε σημαιοστολίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σημαιοστολίσει | είχες σημαιοστολίσει | είχε σημαιοστολίσει | είχαμε σημαιοστολίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σημαιοστολίσει / να σημαιοστολίζω / να σημαιοστολίσω | να έχεις σημαιοστολίσει / να σημαιοστολίζεις / να σημαιοστολίσεις | να έχει σημαιοστολίσει / να σημαιοστολίζει / να σημαιοστολίσει | να έχουμε σημαιοστολίσει / να σημαιοστολίζουμε / να σημαιοστολίσουμε | να έχετε σημαιοστολίσει / να σημαιοστολίζετε / να σημαιοστολίσετε | να σημαιοστολίζουν / να σημαιοστολίζουνε / να σημαιοστολίσουν / να σημαιοστολίσουνε |
| Προστακτική | — | σημαιοστόλιζε / σημαιοστόλισε | — | — | σημαιοστολίζετε / σημαιοστολίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →