σημαντικός
•
- που έχει σημασία, σπουδαιότητα Βικιλεξικό
- γλωσσολογίαπου φέρει σημασία Βικιλεξικό
- γραμματικήπου φέρει σημασία Βικιλεξικό
- τα κινήσεως σημαντικά ρήματα
Ετυμολογία
σημαντικός < αρχαία ελληνική σημαντικός, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική significatif ή από την αγγλική significant :* για τη γλωσσολογία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική significatif
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σημαντικός | σημαντική | σημαντικό |
| Γενική | σημαντικού | σημαντικής | σημαντικού |
| Αιτιατική | σημαντικό | σημαντική | σημαντικό |
| Κλητική | σημαντικέ | σημαντική | σημαντικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σημαντικοί | σημαντικές | σημαντικά |
| Γενική | σημαντικών | σημαντικών | σημαντικών |
| Αιτιατική | σημαντικούς | σημαντικές | σημαντικά |
| Κλητική | σημαντικοί | σημαντικές | σημαντικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →