Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σηροτροφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τη σηροτροφία τον σηροτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σηροτροφικός < σηροτρόφος + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηροτροφικόςσηροτροφικήσηροτροφικό
Γενικήσηροτροφικούσηροτροφικήςσηροτροφικού
Αιτιατικήσηροτροφικόσηροτροφικήσηροτροφικό
Κλητικήσηροτροφικέσηροτροφικήσηροτροφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσηροτροφικοίσηροτροφικέςσηροτροφικά
Γενικήσηροτροφικώνσηροτροφικώνσηροτροφικών
Αιτιατικήσηροτροφικούςσηροτροφικέςσηροτροφικά
Κλητικήσηροτροφικοίσηροτροφικέςσηροτροφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →