σηροτροφικός
•
- που έχει σχέση με τη σηροτροφία τον σηροτρόφο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σηροτροφικός < σηροτρόφος + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σηροτροφικός | σηροτροφική | σηροτροφικό |
| Γενική | σηροτροφικού | σηροτροφικής | σηροτροφικού |
| Αιτιατική | σηροτροφικό | σηροτροφική | σηροτροφικό |
| Κλητική | σηροτροφικέ | σηροτροφική | σηροτροφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σηροτροφικοί | σηροτροφικές | σηροτροφικά |
| Γενική | σηροτροφικών | σηροτροφικών | σηροτροφικών |
| Αιτιατική | σηροτροφικούς | σηροτροφικές | σηροτροφικά |
| Κλητική | σηροτροφικοί | σηροτροφικές | σηροτροφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →