Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιέστα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. μεσημβρινή / απογευματινή ανάπαυση, που συνοδεύεται συνήθως από σύντομο ύπνο Βικιλεξικό
    • Για τον γνωστό καλλιτέχνη της Αναγέννησης ο κλασικός νυχτερινός ύπνος ήταν μάλλον μια άγνωστη έννοια. Αντ’ αυτού περιοριζόταν σε 15λεπτες σιέστες κάθε τέσσερις ώρες, που ισοδυναμούν με μιάμιση ώρα ύπνου την ημέρα. (*)

Ετυμολογία

σιέστα < (άμεσο δάνειο) ισπανική siesta < λατινική sexta (hora) (έκτη (ώρα), δηλαδή μεσημέρι)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσιέστασιέστες
Γενικήσιέστας—
Αιτιατικήσιέστασιέστες
Κλητικήσιέστασιέστες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →