σιδερώνω
•
- πιέζω ένα ζεστό σίδερο πάνω σε πλυμένα ρούχα, για να γίνει η επιφάνειά τους τελείως ίσια, να φύγουν οι τσαλάκες Βικιλεξικό
- τοποθετώ σίδερα στα καλούπια σε οικοδομή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδερώνω < σίδερο + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σιδερώνω | σιδερώνεις | σιδερώνει | σιδερώνουμε | σιδερώνετε | σιδερώνουν / σιδερώνουνε |
| Παρατατικός | σιδέρωνα | σιδέρωνες | σιδέρωνε | σιδερώναμε | σιδερώνατε | σιδέρωναν / σιδερώναν / σιδερώνανε |
| Αόριστος | σιδέρωσα | σιδέρωσες | σιδέρωσε | σιδερώσαμε | σιδερώσατε | σιδέρωσαν / σιδερώσαν / σιδερώσανε |
| Μέλλοντας | θα σιδερώνω / θα σιδερώσω | θα σιδερώνεις / θα σιδερώσεις | θα σιδερώνει / θα σιδερώσει | θα σιδερώνουμε / θα σιδερώσουμε | θα σιδερώνετε / θα σιδερώσετε | θα σιδερώνουν / θα σιδερώνουνε / θα σιδερώσουν / θα σιδερώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σιδερώσει | έχεις σιδερώσει | έχει σιδερώσει | έχουμε σιδερώσει | έχετε σιδερώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σιδερώσει | είχες σιδερώσει | είχε σιδερώσει | είχαμε σιδερώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σιδερώσει / να σιδερώνω / να σιδερώσω | να έχεις σιδερώσει / να σιδερώνεις / να σιδερώσεις | να έχει σιδερώσει / να σιδερώνει / να σιδερώσει | να έχουμε σιδερώσει / να σιδερώνουμε / να σιδερώσουμε | να έχετε σιδερώσει / να σιδερώνετε / να σιδερώσετε | να σιδερώνουν / να σιδερώνουνε / να σιδερώσουν / να σιδερώσουνε |
| Προστακτική | — | σιδέρωνε / σιδέρωσε | — | — | σιδερώνετε / σιδερώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →