Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιδηροδέσμιος

/si.ði.ɾoˈðe.zmi.os/επίθετο, αρσενικό
•
  1. δεμένος με δεσμούς, αλυσίδες, χειροπέδες κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιδηροδέσμιος < ελληνιστική κοινή σιδηροδέσμιος / σιδηρόδεσμος < αρχαία ελληνική σίδηρος + δέσμιος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηροδέσμιοςσιδηροδέσμιασιδηροδέσμιο
Γενικήσιδηροδέσμιουσιδηροδέσμιαςσιδηροδέσμιου
Αιτιατικήσιδηροδέσμιοσιδηροδέσμιασιδηροδέσμιο
Κλητικήσιδηροδέσμιεσιδηροδέσμιασιδηροδέσμιο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιδηροδέσμιοισιδηροδέσμιεςσιδηροδέσμια
Γενικήσιδηροδέσμιωνσιδηροδέσμιωνσιδηροδέσμιων
Αιτιατικήσιδηροδέσμιουςσιδηροδέσμιεςσιδηροδέσμια
Κλητικήσιδηροδέσμιοισιδηροδέσμιεςσιδηροδέσμια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →