σιδηροδέσμιος
•
- δεμένος με δεσμούς, αλυσίδες, χειροπέδες κ.λπ. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιδηροδέσμιος < ελληνιστική κοινή σιδηροδέσμιος / σιδηρόδεσμος < αρχαία ελληνική σίδηρος + δέσμιος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηροδέσμιος | σιδηροδέσμια | σιδηροδέσμιο |
| Γενική | σιδηροδέσμιου | σιδηροδέσμιας | σιδηροδέσμιου |
| Αιτιατική | σιδηροδέσμιο | σιδηροδέσμια | σιδηροδέσμιο |
| Κλητική | σιδηροδέσμιε | σιδηροδέσμια | σιδηροδέσμιο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιδηροδέσμιοι | σιδηροδέσμιες | σιδηροδέσμια |
| Γενική | σιδηροδέσμιων | σιδηροδέσμιων | σιδηροδέσμιων |
| Αιτιατική | σιδηροδέσμιους | σιδηροδέσμιες | σιδηροδέσμια |
| Κλητική | σιδηροδέσμιοι | σιδηροδέσμιες | σιδηροδέσμια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →