σιμίτης
•
- επάγγελμααυτός που κατασκευάζει ή πουλάει σιμίτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιμίτης < σιμίτ(ι) + -ης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιμίτης | σιμίτες |
| Γενική | σιμίτη | σιμιτών |
| Αιτιατική | σιμίτη | σιμίτες |
| Κλητική | σιμίτη | σιμίτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →