σιμιτζής
•
- επάγγελμααυτός που πουλάει σιμιγδάλι ή σιμιγδαλένια κατασκευάσματα (κουλούρια, πίτες κ.λπ.) Βικιλεξικό
- αυτός που παρασκευάζει σιμίτια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιμιτζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική simitçi < simit (σιμίτι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιμιτζής | σιμιτζήδες |
| Γενική | σιμιτζή | σιμιτζήδων |
| Αιτιατική | σιμιτζή | σιμιτζήδες |
| Κλητική | σιμιτζή | σιμιτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →