σιμιτεργάτρια
•
- επάγγελμαθηλυκό του σιμιτεργάτης Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιμιτεργάτρια < σιμιτεργάτης + -τρια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιμιτεργάτρια | σιμιτεργάτριες |
| Γενική | σιμιτεργάτριας | σιμιτεργατριών |
| Αιτιατική | σιμιτεργάτρια | σιμιτεργάτριες |
| Κλητική | σιμιτεργάτρια | σιμιτεργάτριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →