Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιμός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σπάνιοκοντινός Βικιλεξικό
  2. λόγιοπλακουτσωτός Βικιλεξικό
    • Πήγε στο λουτρό, άνοιξε το μπουκάλι της κολόνιας και το έφερε κάτω από τις τρύπες της σιμής μύτης. (Αλέξανδρος Σχινάς, Το πρόσωπο [διήγημα])
  3. λόγιοπλατσομύτης Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σιμός < αρχαία ελληνική σιμός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιμόςσιμήσιμό
Γενικήσιμούσιμήςσιμού
Αιτιατικήσιμόσιμήσιμό
Κλητικήσιμέσιμήσιμό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιμοίσιμέςσιμά
Γενικήσιμώνσιμώνσιμών
Αιτιατικήσιμούςσιμέςσιμά
Κλητικήσιμοίσιμέςσιμά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →