Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιμώνω

ρήμα
•
  1. λαϊκότροποπλησιάζω, κοντεύω Βικιλεξικό
    • Θα το στείλανε να του μηνύσει κι αυτό φοβότανε να τον σιμώσει, απαράλλαχτα όπως μια φορά κι εγώ, όταν τον έβλεπα έτσι θυμωμένο. (Κωσταντίνος Χατζόπουλος (1923) Η Αννιώ [διήγημα])

Ετυμολογία

σιμώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σιμώνω < αρχαία ελληνική σιμός + -ώνω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσιμώνωσιμώνειςσιμώνεισιμώνουμεσιμώνετεσιμώνουν / σιμώνουνε
Παρατατικόςσίμωνασίμωνεςσίμωνεσιμώναμεσιμώνατεσίμωναν / σιμώναν / σιμώνανε
Αόριστοςσίμωσασίμωσεςσίμωσεσιμώσαμεσιμώσατεσίμωσαν / σιμώσαν / σιμώσανε
Μέλλονταςθα σιμώνω / θα σιμώσωθα σιμώνεις / θα σιμώσειςθα σιμώνει / θα σιμώσειθα σιμώνουμε / θα σιμώσουμεθα σιμώνετε / θα σιμώσετεθα σιμώνουν / θα σιμώνουνε / θα σιμώσουν / θα σιμώσουνε
Παρακείμενοςέχω σιμώσειέχεις σιμώσειέχει σιμώσειέχουμε σιμώσειέχετε σιμώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σιμώσειείχες σιμώσειείχε σιμώσειείχαμε σιμώσει——
Υποτακτικήνα έχω σιμώσει / να σιμώνω / να σιμώσωνα έχεις σιμώσει / να σιμώνεις / να σιμώσειςνα έχει σιμώσει / να σιμώνει / να σιμώσεινα έχουμε σιμώσει / να σιμώνουμε / να σιμώσουμενα έχετε σιμώσει / να σιμώνετε / να σιμώσετενα σιμώνουν / να σιμώνουνε / να σιμώσουν / να σιμώσουνε
Προστακτική—σίμωνε / σίμωσε——σιμώνετε / σιμώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →