σιφώνιο
•
- ο σωλήνας με καμπυλωτή, σιγμοειδή γωνία που χρησιμεύει στη μετάγγιση υγρών από δοχείο σε δοχείο σε χημικά εργαστήρια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σιφώνιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σιφώνιον, υποκοριστικό για το αρχαίο σίφων
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σιφώνιο | σιφώνια |
| Γενική | σιφωνίου / σιφώνιου | σιφωνίων / σιφώνιων |
| Αιτιατική | σιφώνιο | σιφώνια |
| Κλητική | σιφώνιο | σιφώνια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →