σίφουνας
•
- μετεωρολογίακοινή ονομασία για τον σίφωνα Βικιλεξικό
- μεταφορικάφοβερά γρήγορος και ορμητικός Βικιλεξικό
- έτρεχε την απόσταση σαν σίφουνας
- ⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Ο Τρελαντώνης, 1932 @books.google, στο Νεοελληνική Γραμματεία, τόμος 232, εκδόσεις Πελεκάνος, 2014
Ετυμολογία
σίφουνας < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σίφων από την αιτιατική «τὸν σίφωνα» με τροπή [o] > [u] λόγω της επίδρασης των [f], [n] Συγκρίνετε με το σίφωνας.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σίφουνας | σίφουνες |
| Γενική | σίφουνα | σιφούνων |
| Αιτιατική | σίφουνα | σίφουνες |
| Κλητική | σίφουνα | σίφουνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →