σιχασιάρης
•
- για άνθρωποπου εύκολα σιχαίνεται Βικιλεξικό
- δεν έτρωγε από άλλο πιάτο ούτε τη σαλάτα, τόσο σιχασιάρης ήταν
Ετυμολογία
σιχασιάρης < σιχασιά + -άρης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιχασιάρης | σιχασιάρα | σιχασιάρικο |
| Γενική | σιχασιάρη | σιχασιάρας | σιχασιάρικου |
| Αιτιατική | σιχασιάρη | σιχασιάρα | σιχασιάρικο |
| Κλητική | σιχασιάρη | σιχασιάρα | σιχασιάρικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σιχασιάρηδες | σιχασιάρες | σιχασιάρικα |
| Γενική | σιχασιάρηδων | — | σιχασιάρικων |
| Αιτιατική | σιχασιάρηδες | σιχασιάρες | σιχασιάρικα |
| Κλητική | σιχασιάρηδες | σιχασιάρες | σιχασιάρικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →