Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σιχασιάρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. για άνθρωποπου εύκολα σιχαίνεται Βικιλεξικό
    • δεν έτρωγε από άλλο πιάτο ούτε τη σαλάτα, τόσο σιχασιάρης ήταν

Ετυμολογία

σιχασιάρης < σιχασιά + -άρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιχασιάρηςσιχασιάρασιχασιάρικο
Γενικήσιχασιάρησιχασιάραςσιχασιάρικου
Αιτιατικήσιχασιάρησιχασιάρασιχασιάρικο
Κλητικήσιχασιάρησιχασιάρασιχασιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσιχασιάρηδεςσιχασιάρεςσιχασιάρικα
Γενικήσιχασιάρηδων—σιχασιάρικων
Αιτιατικήσιχασιάρηδεςσιχασιάρεςσιχασιάρικα
Κλητικήσιχασιάρηδεςσιχασιάρεςσιχασιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →