σιχαίνομαι
•
- θεωρώ κάτι τόσο αηδιαστικό, ώστε να αποφεύγω την επαφή μαζί του Βικιλεξικό
- μπουχτίζω (για να αποδοθεί το αίσθημα του κορεσμού) Βικιλεξικό
- τώρα τελευταία έχω φάει τόσο πολύ κρέας που το σιχάθηκα
Ετυμολογία
σιχαίνομαι < (ελληνιστική κοινή) < σικχός
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σιχαίνομαι | σιχαίνεσαι | σιχαίνεται | σιχαινόμαστε | σιχαίνεστε | σιχαίνονται |
| Παρατατικός | σιχαινόμουν / σιχαινόμουνα | σιχαινόσουν / σιχαινόσουνα | σιχαινόταν / σιχαινότανε | σιχαινόμασταν / σιχαινόμαστε | σιχαινόσασταν / σιχαινόσαστε | σιχαίνονταν / σιχαινόντουσαν |
| Αόριστος | σιχάθηκα | σιχάθηκες | σιχάθηκε | σιχαθήκαμε | σιχαθήκατε | σιχάθηκαν / σιχαθήκαν / σιχαθήκανε |
| Μέλλοντας | θα σιχαίνομαι / θα σιχαθώ | θα σιχαίνεσαι / θα σιχαθείς | θα σιχαίνεται / θα σιχαθεί | θα σιχαθούμε / θα σιχαινόμαστε | θα σιχαίνεστε / θα σιχαθείτε | θα σιχαίνονται / θα σιχαθούν / θα σιχαθούνε |
| Παρακείμενος | έχω σιχαθεί | έχεις σιχαθεί | έχει σιχαθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σιχαθεί | είχες σιχαθεί | είχε σιχαθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σιχαθεί / να σιχαίνομαι / να σιχαθώ | να έχεις σιχαθεί / να σιχαίνεσαι / να σιχαθείς | να έχει σιχαθεί / να σιχαίνεται / να σιχαθεί | να σιχαθούμε / να σιχαινόμαστε | να σιχαίνεστε / να σιχαθείτε | να σιχαίνονται / να σιχαθούν / να σιχαθούνε |
| Προστακτική | — | σιχάσου / σιχαίνου | — | — | σιχαίνεστε / σιχαθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →