σκέλεθρο
•
- λογοτεχνικόσκελετός Βικιλεξικό
- λογοτεχνικόο πολύ αδύνατος άνθρωπος, σαν σκελετός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκέλεθρο < (άμεσο δάνειο) ιταλική scheletro < ελληνιστική κοινή σκελετός (αντιδάνειο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκέλεθρο | σκέλεθρα |
| Γενική | σκέλεθρου | σκέλεθρων |
| Αιτιατική | σκέλεθρο | σκέλεθρα |
| Κλητική | σκέλεθρο | σκέλεθρα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →