σκαλέτα
•
- παρωχημένοείδος χαρτοπαικτικού τεχνάσματος ή κλεψίματος Βικιλεξικό
- Με τα λιμά τον έμπλεξα, στο πόκερ στην πασέτα / κι όλο το χτένι δούλευε στη ζούλα κι η σκαλέτα. (Στίχοι του Κώστα Σκαρβέλη από το τραγούδι «Το παιχνίδι του αμερικάνου»)
- αργκόπροσχέδιο, πρόγραμμα, κόνσεπτ Βικιλεξικό
- Για τη μελέτη της δομής της παραθέτουμε τη σκαλέτα της «Πρώτης Σελίδας», μιας κλασσικής κοινωνικής κομεντί των συγγραφέων Χεχτ και Μακάρθουρ (Στάθης Βαλούκος, Η κωμωδία, εκδ. Αιγόκερως, 2001, σελ. 290)
- Βήμα πέμπτο: Οργάνωση των βημάτων πλοκής σε «σεκάνς» και «σκηνές». Σχεδιασμός σκαλέτας σκηνή προς σκηνή (scene outline). Αυτό είναι ουσιαστικά μια σκαλέτα στην πλέον αναλυτική της μορφή με τουλάχιστον ένα βήμα πλοκής ανά σκηνή. (Τριαντάφυλλος Κωτόπουλος, Άννα Βακάλη, Θεωρία και Πράξη της Δημιουργικής Γραφής στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, εκδ. Πατάκης, 2023, σελ. 249)
Ετυμολογία
σκαλέτα < ιταλική scaletta < scala + -etta < λατινική scala < scando < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skend- (πηδώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλέτα | σκαλέτες |
| Γενική | σκαλέτας | σκαλετών |
| Αιτιατική | σκαλέτα | σκαλέτες |
| Κλητική | σκαλέτα | σκαλέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →