σκάλα
•
- κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάκλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα) Βικιλεξικό
- μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο Βικιλεξικό
- ναυτικός όροςαποβάθρα, λιμάνι Βικιλεξικό
- επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι) Βικιλεξικό
- κυπριακάμονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια Βικιλεξικό
- η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκάλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκάλα < λατινική scala < scando < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skend- (πηδώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκάλα | σκάλες |
| Γενική | σκάλας | — |
| Αιτιατική | σκάλα | σκάλες |
| Κλητική | σκάλα | σκάλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →