σκαλμοδόκη
•
- ναυτικός όροςσανίδα ή κατασκευή με οπές σε βάρκα, στην οποία προσαρμόζονται οι σκαλμοί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαλμοδόκη < σκαλμ(ός) + -ο- + -δόκη (< δέχομαι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλμοδόκη | σκαλμοδόκες |
| Γενική | σκαλμοδόκης | σκαλμοδοκών |
| Αιτιατική | σκαλμοδόκη | σκαλμοδόκες |
| Κλητική | σκαλμοδόκη | σκαλμοδόκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →