σκαλωσιά
•
- προσωρινή, συνήθως πρόχειρη κατασκευή για τη διευκόλυνση ανέγερσης μιας πιο μόνιμης κατασκευής ή άλλης εργασίας όπως το βάψιμο κτιρίου Βικιλεξικό
- Άνδρες, γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους, γέμισε από φωνές η αγορά, αλλά και από κάθε λογής πουλερικά και άλλα ζωντανά προς πώληση προορισμένα. […] Σιδηρουργοί, μπακιρτζήδες, πεταλωτές να φουντώνουν τις φωτιές τους, οι χτίστες στις σκαλωσιές, οι βυρσοδέψες στην αυλή τους τα δικά τους.
Ετυμολογία
σκαλωσιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκαλωσία < σκαλώνω, σκαλωσ- + -ία > -ιά
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκαλωσιά | σκαλωσιές |
| Γενική | σκαλωσιάς | σκαλωσιών |
| Αιτιατική | σκαλωσιά | σκαλωσιές |
| Κλητική | σκαλωσιά | σκαλωσιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →