Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκανδαλίζω

ρήμα
•
  1. προκαλώ σκάνδαλο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκανδαλίζω < (ελληνιστική κοινή) < σκάνδαλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skand-

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςσκανδαλίζωσκανδαλίζειςσκανδαλίζεισκανδαλίζουμεσκανδαλίζετεσκανδαλίζουν / σκανδαλίζουνε
Παρατατικόςσκανδάλιζασκανδάλιζεςσκανδάλιζεσκανδαλίζαμεσκανδαλίζατεσκανδάλιζαν / σκανδαλίζαν / σκανδαλίζανε
Αόριστοςσκανδάλισασκανδάλισεςσκανδάλισεσκανδαλίσαμεσκανδαλίσατεσκανδάλισαν / σκανδαλίσαν / σκανδαλίσανε
Μέλλονταςθα σκανδαλίζω / θα σκανδαλίσωθα σκανδαλίζεις / θα σκανδαλίσειςθα σκανδαλίζει / θα σκανδαλίσειθα σκανδαλίζουμε / θα σκανδαλίσουμεθα σκανδαλίζετε / θα σκανδαλίσετεθα σκανδαλίζουν / θα σκανδαλίζουνε / θα σκανδαλίσουν / θα σκανδαλίσουνε
Παρακείμενοςέχω σκανδαλίσειέχεις σκανδαλίσειέχει σκανδαλίσειέχουμε σκανδαλίσειέχετε σκανδαλίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα σκανδαλίσειείχες σκανδαλίσειείχε σκανδαλίσειείχαμε σκανδαλίσει——
Υποτακτικήνα έχω σκανδαλίσει / να σκανδαλίζω / να σκανδαλίσωνα έχεις σκανδαλίσει / να σκανδαλίζεις / να σκανδαλίσειςνα έχει σκανδαλίσει / να σκανδαλίζει / να σκανδαλίσεινα έχουμε σκανδαλίσει / να σκανδαλίζουμε / να σκανδαλίσουμενα έχετε σκανδαλίσει / να σκανδαλίζετε / να σκανδαλίσετενα σκανδαλίζουν / να σκανδαλίζουνε / να σκανδαλίσουν / να σκανδαλίσουνε
Προστακτική—σκανδάλιζε / σκανδάλισε——σκανδαλίζετε / σκανδαλίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →