σκανδαλίζω
•
- προκαλώ σκάνδαλο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκανδαλίζω < (ελληνιστική κοινή) < σκάνδαλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skand-
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκανδαλίζω | σκανδαλίζεις | σκανδαλίζει | σκανδαλίζουμε | σκανδαλίζετε | σκανδαλίζουν / σκανδαλίζουνε |
| Παρατατικός | σκανδάλιζα | σκανδάλιζες | σκανδάλιζε | σκανδαλίζαμε | σκανδαλίζατε | σκανδάλιζαν / σκανδαλίζαν / σκανδαλίζανε |
| Αόριστος | σκανδάλισα | σκανδάλισες | σκανδάλισε | σκανδαλίσαμε | σκανδαλίσατε | σκανδάλισαν / σκανδαλίσαν / σκανδαλίσανε |
| Μέλλοντας | θα σκανδαλίζω / θα σκανδαλίσω | θα σκανδαλίζεις / θα σκανδαλίσεις | θα σκανδαλίζει / θα σκανδαλίσει | θα σκανδαλίζουμε / θα σκανδαλίσουμε | θα σκανδαλίζετε / θα σκανδαλίσετε | θα σκανδαλίζουν / θα σκανδαλίζουνε / θα σκανδαλίσουν / θα σκανδαλίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκανδαλίσει | έχεις σκανδαλίσει | έχει σκανδαλίσει | έχουμε σκανδαλίσει | έχετε σκανδαλίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκανδαλίσει | είχες σκανδαλίσει | είχε σκανδαλίσει | είχαμε σκανδαλίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκανδαλίσει / να σκανδαλίζω / να σκανδαλίσω | να έχεις σκανδαλίσει / να σκανδαλίζεις / να σκανδαλίσεις | να έχει σκανδαλίσει / να σκανδαλίζει / να σκανδαλίσει | να έχουμε σκανδαλίσει / να σκανδαλίζουμε / να σκανδαλίσουμε | να έχετε σκανδαλίσει / να σκανδαλίζετε / να σκανδαλίσετε | να σκανδαλίζουν / να σκανδαλίζουνε / να σκανδαλίσουν / να σκανδαλίσουνε |
| Προστακτική | — | σκανδάλιζε / σκανδάλισε | — | — | σκανδαλίζετε / σκανδαλίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →