σκάνδαλο
•
- συμπεριφορά, πράξη ή γεγονός που αντίκειται ή αντιτίθεται στα γενικώς παραδεκτά και προκαλεί στο κοινωνικό σύνολο αγανάκτηση, αναστάτωση ή αντιδράσεις Βικιλεξικό
- άλλες μορφές: σκάνταλο
Ετυμολογία
σκάνδαλο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκάνδαλον < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skand- Συγκρίνετε με το σκάνταλο.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκάνδαλο | σκάνδαλα |
| Γενική | σκάνδαλου / σκανδάλου | σκανδάλων |
| Αιτιατική | σκάνδαλο | σκάνδαλα |
| Κλητική | σκάνδαλο | σκάνδαλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →