σκανδαλολογώ
•
- ενδιαφέρομαι πάρα πολύ και μιλάω για σκάνδαλα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκανδαλολογώ < σκάνδαλ(ο) + -ο- + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκανδαλολογώ | σκανδαλολογείς | σκανδαλολογεί | σκανδαλολογούμε | σκανδαλολογείτε | σκανδαλολογούν / σκανδαλολογούνε |
| Παρατατικός | σκανδαλολογούσα | σκανδαλολογούσες | σκανδαλολογούσε | σκανδαλολογούσαμε | σκανδαλολογούσατε | σκανδαλολογούσαν / σκανδαλολογούσανε |
| Αόριστος | σκανδαλολόγησα | σκανδαλολόγησες | σκανδαλολόγησε | σκανδαλολογήσαμε | σκανδαλολογήσατε | σκανδαλολογήσαν / σκανδαλολογήσανε / σκανδαλολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα σκανδαλολογήσω / θα σκανδαλολογώ | θα σκανδαλολογήσεις / θα σκανδαλολογείς | θα σκανδαλολογήσει / θα σκανδαλολογεί | θα σκανδαλολογήσουμε / θα σκανδαλολογούμε | θα σκανδαλολογήσετε / θα σκανδαλολογείτε | θα σκανδαλολογήσουν / θα σκανδαλολογήσουνε / θα σκανδαλολογούν / θα σκανδαλολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκανδαλολογήσει | έχεις σκανδαλολογήσει | έχει σκανδαλολογήσει | έχουμε σκανδαλολογήσει | έχετε σκανδαλολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκανδαλολογήσει | είχες σκανδαλολογήσει | είχε σκανδαλολογήσει | είχαμε σκανδαλολογήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκανδαλολογήσει / να σκανδαλολογήσω / να σκανδαλολογώ | να έχεις σκανδαλολογήσει / να σκανδαλολογήσεις / να σκανδαλολογείς | να έχει σκανδαλολογήσει / να σκανδαλολογήσει / να σκανδαλολογεί | να έχουμε σκανδαλολογήσει / να σκανδαλολογήσουμε / να σκανδαλολογούμε | να έχετε σκανδαλολογήσει / να σκανδαλολογήσετε / να σκανδαλολογείτε | να σκανδαλολογήσουν / να σκανδαλολογήσουνε / να σκανδαλολογούν / να σκανδαλολογούνε |
| Προστακτική | — | σκανδαλολόγει / σκανδαλολόγησε | — | — | σκανδαλολογήστε / σκανδαλολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →