Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκανταλιάρικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σκανταλιάρη ή το σκάνταλο ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκανταλιάρικος < σκάνταλο / σκανταλιά + -άρικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκανταλιάρικοςσκανταλιάρικησκανταλιάρικο
Γενικήσκανταλιάρικουσκανταλιάρικηςσκανταλιάρικου
Αιτιατικήσκανταλιάρικοσκανταλιάρικησκανταλιάρικο
Κλητικήσκανταλιάρικεσκανταλιάρικησκανταλιάρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκανταλιάρικοισκανταλιάρικεςσκανταλιάρικα
Γενικήσκανταλιάρικωνσκανταλιάρικωνσκανταλιάρικων
Αιτιατικήσκανταλιάρικουςσκανταλιάρικεςσκανταλιάρικα
Κλητικήσκανταλιάρικοισκανταλιάρικεςσκανταλιάρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →