Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκαρταδούρα

/skaɾ.taˈðu.ɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. οικείοάχρηστα πράγματα ή (κατ’ επέκταση) πρόσωπα ανεπιθύμητα, που δεν έχουν φερθεί σωστά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκαρταδούρα < σκαρτάδα / σκαρτάδος + μεγεθυντικό επίθημα -ούρα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκαρταδούρασκαρταδούρες
Γενικήσκαρταδούρας—
Αιτιατικήσκαρταδούρασκαρταδούρες
Κλητικήσκαρταδούρασκαρταδούρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →