σκαρφίζομαι
•
- προφορικόεπινοώ, σκέφτομαι κάτι πρωτότυπο για να δώσω λύση σε ένα πρακτικό ή θεωρητικό πρόβλημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκαρφίζομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *σκαριφίζομαι < ελληνιστική κοινή σκαριφάομαι, ῶμαι, με μεταπλασμό σε -ίζομαι.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκαρφίζομαι | σκαρφίζεσαι | σκαρφίζεται | σκαρφιζόμαστε | σκαρφίζεστε | σκαρφίζονται |
| Παρατατικός | σκαρφιζόμουν / σκαρφιζόμουνα | σκαρφιζόσουν / σκαρφιζόσουνα | σκαρφιζόταν / σκαρφιζότανε | σκαρφιζόμασταν / σκαρφιζόμαστε | σκαρφιζόσασταν / σκαρφιζόσαστε | σκαρφίζονταν / σκαρφιζόντουσαν |
| Αόριστος | σκαρφίστηκα | σκαρφίστηκες | σκαρφίστηκε | σκαρφιστήκαμε | σκαρφιστήκατε | σκαρφίστηκαν / σκαρφιστήκαν / σκαρφιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα σκαρφίζομαι / θα σκαρφιστώ | θα σκαρφίζεσαι / θα σκαρφιστείς | θα σκαρφίζεται / θα σκαρφιστεί | θα σκαρφιζόμαστε / θα σκαρφιστούμε | θα σκαρφίζεστε / θα σκαρφιστείτε | θα σκαρφίζονται / θα σκαρφιστούν / θα σκαρφιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω σκαρφιστεί | έχεις σκαρφιστεί | έχει σκαρφιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκαρφιστεί | είχες σκαρφιστεί | είχε σκαρφιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκαρφιστεί / να σκαρφίζομαι / να σκαρφιστώ | να έχεις σκαρφιστεί / να σκαρφίζεσαι / να σκαρφιστείς | να έχει σκαρφιστεί / να σκαρφίζεται / να σκαρφιστεί | να σκαρφιζόμαστε / να σκαρφιστούμε | να σκαρφίζεστε / να σκαρφιστείτε | να σκαρφίζονται / να σκαρφιστούν / να σκαρφιστούνε |
| Προστακτική | — | σκαρφίζου / σκαρφίσου | — | — | σκαρφίζεστε / σκαρφιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →