Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκασιαρχείο

/ska.si.aɾˈçi.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να μην πηγαίνει ένας μαθητής στο μάθημά του, χωρίς έγκυρη δικαιολογία και συνήθως χωρίς τη γνώση των κηδεμόνων του Βικιλεξικό
    • Η Ελένη γλιστράει δίπλα στη φιλενάδα της και της δείχνει την πόρτα. Είναι η κατάλληλη στιγμή για το μικρό τους σκασιαρχείο. Κατεβαίνουν τρέχοντας τα σκαλάκια, φτάνουν στο ισόγειο κι από 'κει στο προαύλιο της στρογγυλής πλατειούλας. (Αλέξης Πανσέληνος, Σκοτεινές επιγραφές, εκδ. Μεταίχμιο, 2011)

Ετυμολογία

σκασιαρχείο < σκασιάρχης + -είο

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκασιαρχείοσκασιαρχεία
Γενικήσκασιαρχείουσκασιαρχείων
Αιτιατικήσκασιαρχείοσκασιαρχεία
Κλητικήσκασιαρχείοσκασιαρχεία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →