Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκαστός

/skaˈstos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που το έχει σκάσει, έχει φύγει (κρυφά) από κει που θα έπρεπε (υποχρεωτικά) να είναι Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάπου παράγει κάποιον ήχο, σαν να σκάει κάτι Βικιλεξικό
    • Επιπλέον, υπάρχουν διάφορα είδη φιλιού, το καθένα με τη δική του ξεχωριστή σημασία και λειτουργία. (…) Υπάρχουν φιλιά με ή χωρίς γλώσσα, ηχηρά ή σιωπηλά, ρουφηχτά ή πιπιλιστά, παρατεταμένα ή σκαστά, υγρά ή ξηρά. (*)
  3. προφορικόγια λεφτά που πληρώνονται άμεσα και τοις μετρητοίς Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκαστός < σκάω + -τός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκαστόςσκαστήσκαστό
Γενικήσκαστούσκαστήςσκαστού
Αιτιατικήσκαστόσκαστήσκαστό
Κλητικήσκαστέσκαστήσκαστό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκαστοίσκαστέςσκαστά
Γενικήσκαστώνσκαστώνσκαστών
Αιτιατικήσκαστούςσκαστέςσκαστά
Κλητικήσκαστοίσκαστέςσκαστά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →