σκάω
•
- αμετάβατοεκρήγνυμαι Βικιλεξικό
- Η βόμβα έσκασε στα χέρια του.
- μεταβατικό και αμετάβατοξεφουσκώνω βίαια Βικιλεξικό
- Μου έσκασε το μπροστινό λάστιχο και παραλίγο να σκοτωθώ.
- Στο τέλος της γιορτής τα παιδιά σκάσανε όλα τα μπαλόνια.
- αμετάβατοπέφτω επάνω, πετάγομαι απότομα καταπάνω, ορμάω και χτυπιέμαι πάνω σε κάτι ή Βικιλεξικό
- Το κύμα σκάει στο βράχο.
- τα μπουμπούκια σκάσανε'
- μεταβατικόκάνω γρήγορη κίνηση Βικιλεξικό
- σκάω ένα χαστούκι, ένα φιλί, ένα χαμόγελο
- αμετάβατοανακοινώνομαι ξαφνικά και προξενώ αίσθηση Βικιλεξικό
- Έσκασε το νέο για τη συγχώνευση των δύο τραπεζών.
- αμετάβατοζεσταίνομαι πάρα πολύ Βικιλεξικό
- Πάω να κάνω μια βουτιά γιατί έσκασα.
- αμετάβατοείμαι πολύ θυμωμένος ή στενοχωρημένος Βικιλεξικό
- σκάω από τη στενοχώρια
- μεταβατικόστενοχωρώ ή ενοχλώ πολύ κάποιον Βικιλεξικό
- Τον έσκασες τον άνθρωπο με τις χαζομάρες σου.
- αμετάβατονιώθω μεγάλη δυσφορία επειδή έφαγα υπερβολικά πολύ Βικιλεξικό
- έσκασα από το πολύ φαΐ
- αγενέςσωπαίνω, το βουλώνω, βγάζω το σκασμό Βικιλεξικό
- Σκάσε πια, μας έπρηξες με τη φλυαρία σου.
- μεταβατικόκαταβάλλω χρηματικό ποσό Βικιλεξικό
- Έσκασα δυο κατοστάρικα για να πάρω αυτό το μηχάνημα.
- αργκόεμφανίζομαι, παρουσιάζομαι, εισέρχομαι Βικιλεξικό
- Για δες, ποιος έσκασε μύτη στο χώρο!
Ετυμολογία
σκάω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκάζω < αρχαία ελληνική σχάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | σκάω | σκας | σκάει | σκάμε | σκάτε | σκάνε |
| Παρατατικός | έσκαγα | έσκαγες | έσκαγε | σκάγαμε | σκάγατε | έσκαγαν / σκάγανε |
| Αόριστος | έσκασα | έσκασες | έσκασε | σκάσαμε | σκάσατε | έσκασαν / σκάσαν / σκάσανε |
| Μέλλοντας | θα σκάσω / θα σκάω | θα σκάσεις / θα σκας | θα σκάει / θα σκάσει | θα σκάμε / θα σκάσουμε | θα σκάσετε / θα σκάτε | θα σκάνε / θα σκάσουν / θα σκάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω σκάσει | έχεις σκάσει | έχει σκάσει | έχουμε σκάσει | έχετε σκάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα σκάσει | είχες σκάσει | είχε σκάσει | είχαμε σκάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω σκάσει / να σκάσω / να σκάω | να έχεις σκάσει / να σκάσεις / να σκας | να έχει σκάσει / να σκάει / να σκάσει | να έχουμε σκάσει / να σκάμε / να σκάσουμε | να έχετε σκάσει / να σκάσετε / να σκάτε | να σκάνε / να σκάσουν / να σκάσουνε |
| Προστακτική | — | σκάε / σκάσε | — | — | σκάτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
σκάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →