σκελετικός
•
- που έχει σχέση με σκελετό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκελετικός < σκελετός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκελετικός | σκελετική | σκελετικό |
| Γενική | σκελετικού | σκελετικής | σκελετικού |
| Αιτιατική | σκελετικό | σκελετική | σκελετικό |
| Κλητική | σκελετικέ | σκελετική | σκελετικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκελετικοί | σκελετικές | σκελετικά |
| Γενική | σκελετικών | σκελετικών | σκελετικών |
| Αιτιατική | σκελετικούς | σκελετικές | σκελετικά |
| Κλητική | σκελετικοί | σκελετικές | σκελετικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →