Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκελετικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με σκελετό ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκελετικός < σκελετός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκελετικόςσκελετικήσκελετικό
Γενικήσκελετικούσκελετικήςσκελετικού
Αιτιατικήσκελετικόσκελετικήσκελετικό
Κλητικήσκελετικέσκελετικήσκελετικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκελετικοίσκελετικέςσκελετικά
Γενικήσκελετικώνσκελετικώνσκελετικών
Αιτιατικήσκελετικούςσκελετικέςσκελετικά
Κλητικήσκελετικοίσκελετικέςσκελετικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →