Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπτικισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαφιλοσοφικό σύστημα που αρνείται τη δυνατότητα της γνώσης γενικά ισχυουσών αληθειών Βικιλεξικό
  2. το να είναι κανείς διστακτικός Βικιλεξικό
  3. πολιτικήτο να είναι κανείς αρνητικός σε επικρατούσα πολιτική (πχ. ευρωσκεπτικισμός) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπτικισμός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήσκεπτικισμόςσκεπτικισμοί
Γενικήσκεπτικισμούσκεπτικισμών
Αιτιατικήσκεπτικισμόσκεπτικισμούς
Κλητικήσκεπτικισμέσκεπτικισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →