σκεπτικισμός
•
- φιλοσοφίαφιλοσοφικό σύστημα που αρνείται τη δυνατότητα της γνώσης γενικά ισχυουσών αληθειών Βικιλεξικό
- το να είναι κανείς διστακτικός Βικιλεξικό
- πολιτικήτο να είναι κανείς αρνητικός σε επικρατούσα πολιτική (πχ. ευρωσκεπτικισμός) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκεπτικισμός < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκεπτικισμός | σκεπτικισμοί |
| Γενική | σκεπτικισμού | σκεπτικισμών |
| Αιτιατική | σκεπτικισμό | σκεπτικισμούς |
| Κλητική | σκεπτικισμέ | σκεπτικισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →