Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκεπτικιστικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σκεπτικιστή ή τον σκεπτικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκεπτικιστικός < σκεπτικιστής / σκεπτικισμός + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπτικιστικόςσκεπτικιστικήσκεπτικιστικό
Γενικήσκεπτικιστικούσκεπτικιστικήςσκεπτικιστικού
Αιτιατικήσκεπτικιστικόσκεπτικιστικήσκεπτικιστικό
Κλητικήσκεπτικιστικέσκεπτικιστικήσκεπτικιστικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκεπτικιστικοίσκεπτικιστικέςσκεπτικιστικά
Γενικήσκεπτικιστικώνσκεπτικιστικώνσκεπτικιστικών
Αιτιατικήσκεπτικιστικούςσκεπτικιστικέςσκεπτικιστικά
Κλητικήσκεπτικιστικοίσκεπτικιστικέςσκεπτικιστικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →