σκεπτικιστικός
•
- που έχει σχέση με τον σκεπτικιστή ή τον σκεπτικισμό ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκεπτικιστικός < σκεπτικιστής / σκεπτικισμός + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκεπτικιστικός | σκεπτικιστική | σκεπτικιστικό |
| Γενική | σκεπτικιστικού | σκεπτικιστικής | σκεπτικιστικού |
| Αιτιατική | σκεπτικιστικό | σκεπτικιστική | σκεπτικιστικό |
| Κλητική | σκεπτικιστικέ | σκεπτικιστική | σκεπτικιστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | σκεπτικιστικοί | σκεπτικιστικές | σκεπτικιστικά |
| Γενική | σκεπτικιστικών | σκεπτικιστικών | σκεπτικιστικών |
| Αιτιατική | σκεπτικιστικούς | σκεπτικιστικές | σκεπτικιστικά |
| Κλητική | σκεπτικιστικοί | σκεπτικιστικές | σκεπτικιστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →