σκεπτόμενος
•
- που σκέπτεται αυτή τη στιγμή ή σε κάποια στιγμή του παρελθόντος, που αναλογίζεται Βικιλεξικό
- Απομακρύνθηκε σκεπτόμενος τις πιθανές αντιδράσεις...
- Το ανάγλυφο αυτό, βρίσκεται στο Μουσείο της Ακρόπολης και είναι γνωστό ως σκεπτόμενη Αθηνά (ή «Αθηνά Σκεπτομένη» ή «Αθηνά προ στήλης»)
- (ουσιαστικοποιημένο) για το άγαλμα του Ροντέν «Ο Σκεπτόμενος» (1882)
- ο διανοούμενος, το άτομο με παιδεία, που έχει γνώσεις, που προβληματίζεται Βικιλεξικό
- Είναι σκεπτόμενο άτομο (η μετοχή σε λειτουργία επιθέτου)
Ετυμολογία
σκεπτόμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος σκέπτομαι (ρήμα χωρίς ενεργητική φωνή)
Άλλοι τύποι
σκεπτόμενασκεπτόμενεσκεπτόμενεςσκεπτόμενησκεπτόμενηςσκεπτόμενοσκεπτόμενοισκεπτόμενοςσκεπτόμενουσκεπτόμενουςσκεπτόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →