Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

σκερτσόζικος

/sceɾˈt͡so.zi.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με τον σκερτσόζο, αναφέρεται σ’ αυτόν ή ταιριάζει σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

σκερτσόζικος < σκερτσόζ(ος) + -ικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκερτσόζικοςσκερτσόζικησκερτσόζικο
Γενικήσκερτσόζικουσκερτσόζικηςσκερτσόζικου
Αιτιατικήσκερτσόζικοσκερτσόζικησκερτσόζικο
Κλητικήσκερτσόζικεσκερτσόζικησκερτσόζικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήσκερτσόζικοισκερτσόζικεςσκερτσόζικα
Γενικήσκερτσόζικωνσκερτσόζικωνσκερτσόζικων
Αιτιατικήσκερτσόζικουςσκερτσόζικεςσκερτσόζικα
Κλητικήσκερτσόζικοισκερτσόζικεςσκερτσόζικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →