σκηνικό
•
- ο διάκοσμος μιας θεατρικής ή άλλης σκηνής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου σκηνικός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνικό | σκηνικά |
| Γενική | σκηνικού | σκηνικών |
| Αιτιατική | σκηνικό | σκηνικά |
| Κλητική | σκηνικό | σκηνικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →