σκηνοθεσία
•
- θέατροη σκηνική διδασκαλία ενός θεατρικού έργου και η καλλιτεχνική ευθύνη του ανεβάσματος μιας παράστασης Βικιλεξικό
- Η τέχνη της σκηνικής διδασκαλίας και αφήγησης Βικιλεξικό
- Η σκηνοθεσία του έργου ήταν λιτή αλλά με άποψη.
- κινηματογράφοςη καλλιτεχνική ευθύνη γυρίσματος κινηματογραφικής ταινίας Βικιλεξικό
- η τέχνη της κινηματογραφικής αφήγησης Βικιλεξικό
- Η ταινία απέσπασε βραβείο σκηνοθεσίας.
- τηλεόρασηη τηλεσκηνοθεσία, η διεύθυνση γυρίσματος τηλεοπτικού προγράμματος ή τηλεοπτικής ταινίας Βικιλεξικό
- η τέχνη της τηλεοπτικής κάλυψης ή δημιουργίας Βικιλεξικό
- μεταφορικάλεπτομερώς μελετημένη και εκτελεσμένη πλεκτάνη ή παραπλάνηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνοθεσία (μαρτυρείται από το 1890) < από το σκηνοθέτης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνοθεσία | σκηνοθεσίες |
| Γενική | σκηνοθεσίας | σκηνοθεσιών |
| Αιτιατική | σκηνοθεσία | σκηνοθεσίες |
| Κλητική | σκηνοθεσία | σκηνοθεσίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →