σκηνοθέτης
•
- επάγγελμαο καλλιτέχνης που ασχολείται με την σκηνοθεσία θεατρικής παράστασης, κινηματογραφικής ταινίας, τηλεοπτικού προγράμματος, θεάματος ή τελετής Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνοθέτης (μαρτυρείται από το 1898) < σκην(ή) + -ο- + -θέτης (< αρχαία ελληνική τίθημι) ((μεταφραστικό δάνειο) (γαλλικά) metteur en scène)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνοθέτης | σκηνοθέτες |
| Γενική | σκηνοθέτη | σκηνοθετών |
| Αιτιατική | σκηνοθέτη | σκηνοθέτες |
| Κλητική | σκηνοθέτη | σκηνοθέτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →