σκηνοποιία
•
- η τέχνη του σκηνοποιού Βικιλεξικό
- το στήσιμο σκηνών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκηνοποιία < ελληνιστική κοινή σκηνοποιία < σκην(ή) + -ο- + -ποιία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκηνοποιία | σκηνοποιίες |
| Γενική | σκηνοποιίας | σκηνοποιιών |
| Αιτιατική | σκηνοποιία | σκηνοποιίες |
| Κλητική | σκηνοποιία | σκηνοποιίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →