σκιτζής
•
- παρωχημένομπαλωματής Βικιλεξικό
- ο κακός τεχνίτης, που δεν ξέρει ή δεν κάνει καλά τη δουλειά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
σκιτζής < τουρκική eskici
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | σκιτζής | σκιτζήδες |
| Γενική | σκιτζή | σκιτζήδων |
| Αιτιατική | σκιτζή | σκιτζήδες |
| Κλητική | σκιτζή | σκιτζήδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →